H ηφαιστιογενής νησίδα Γυαλί αποτελεί παλίμψηστο πολιτισμών χάρη στην διαδοχική κατοίκησή της κατά την προϊστορία, ήδη από την Τελική Νεολιθική (4η χιλιετία π.Χ.), την αρχαιότητα έως και τους νεώτερους χρόνους. Πλήθος από θραύσματα αγγείων της Νεολιθικής βρίσκονται διασκορπισμένα σε όλη την έκταση του νησιού και όχι μόνο στα σημεία όπου βρέθηκαν οικοδομήματα. Η πληθώρα των διαθέσιμων φυσικών πόρων του νησιού θα ήταν αυτή που είχε προσελκύσει τους νεολιθικούς πληθυσμούς, οι οποίοι είχαν εντοπίσει επίσης την παρουσία ντόπιων πηγών οψιανού, πέτρωμα από το οποίο κατασκεύαζαν εργαλεία.
Ο οψιανός του Γυαλιού, σε σύγκριση με το δημοφιλέστερο για την εποχή από τη Μήλο, είχε πολύ περιορισμένη χρήση στο Αιγαίο και την Κρήτη κατά τη Νεολιθική αλλά και την Εποχή του Χαλκού. Αυτό συνέβαινε λόγω της ποιότητάς του: είναι πιο εύθριπτος, περιέχει κόκκους ηφαιστειακής τέφρας, είναι διαφανής και δεν μπορεί να πελεκηθεί και να υποστεί επεξεργασία με την ίδια ευκολία. Παρόλα αυτά, οι νεολιθικοί τεχνίτες του Γυαλιού κατασκεύαζαν κάποια εργαλεία από αυτό το υλικό.
Η ενδεικτική εξέταση και ανάλυση νεολιθικής κεραμικής από το Γυαλί, έδειξε ότι ο ντόπιος οψιανός είναι παρόν και στον πηλό,. Αυτό καταρχήν επιβεβαιώνει την ύπαρξη τοπικής κεραμικής παραγωγής. Παρατηρήθηκε στο μικροσκόπιο ότι τα εγκλείσματα του οψιανού προστίθενται σκόπιμα στον πηλό και ότι αυτό γίνεται επιλεκτικά και όχι σε όλα τα αγγεία. Επομένως, υπάρχει κάποια σκοπιμότητα που δικαιολογεί αυτή την τεχνολογική πρακτική και ενδεχομένως έχει σχέση με την ανάγκη να εξασσφαλιστεί η ανθεκτικότητα των δοχείων στις μεταβολές της θερμοκρασίας κατά τη χρήση τους.

