Μονόχρωμα αγγεία και τεχνολογική παράδοση στη Νεολιθική στο σπήλαιο Θεόπετρας στη Θεσσαλία

Μετά την Παλαιολιθική και Μεσολιθική περίοδο, το σπήλαιο της Θεόπετρας χρησιμοποιήθηκε ξανά, από αγροτοκτηνοτροφικούς πληθυσμούς αυτή τη φορά, από το τέλος της Αρχαιότερης Νεολιθικής, την 7η χιλιετία π.Χ. Η χρήση του κορυφώνεται στη Μέση και τη Νεότερη Νεολιθική, δηλαδή καθόλη τη διάρκεια της 6ης χιλιετίας, οπότε αποκτά έναν συστηματικό και μόνιμο χαρακτήρα. Κατά την 5η χιλιετία και προς το τέλος της Νεολιθικής η χρήση του σπηλαίου γίνεται αραιότερη και ίσως περιορίζεται σε κάποια επεισόδια τελετουργικής δραστηριότητας. Η θέση του σπηλαίου δίπλα στο ποτάμι, με εποπτεία στον θεσσαλικό κάμπο και ανεμπόδιστη θέα προς τα βουνά της Πίνδου, του προσδίδουν εξαιρετικά φυσικά πλεονεκτήματα για κάθε περίσταση χρήσης.

Τα πολυάριθμα κατάλοιπα της κεραμικής περιλαμβάνουν λίγα αγγεία με ζωγραφισμένα μοτίβα και πληθώρα αγγείων χωρίς γραπτή διακόσμηση. Αυτά τα απλούστερα αγγεία είχαν μεγάλη ποικιλία ως προς τα σχήματα και τα μεγέθη (κύπελλα, φιάλες, αγγεία με λαιμό, μικρά και μεγάλα πιθάρια, μαγειρικά σκεύη), η οποία αντικατοπτρίζει οικιακές χρήσεις από όλο το εύρος της καθημερινότητας μιας μόνιμης αγροτοκτηνοτροφικής εγκατάστασης. Προοδευτικά, προς το τέλος της 6ης χιλιετίας π.Χ., παρατηρείται αύξηση των πιθαριών, δηλαδή της κλίμακας αποθήκευσης, και αξιοποίηση των πίσω χώρων του σπηλαίου για την τοποθέτησή τους. Οι τελευταίες αραιές, πιθανόν “τελετουργικές” χρήσεις συνδέονται κυρίως με μικρά σκεύη και τους περιφερειακόυς χώρους του σπηλαίου.

Κάποια από τα αγγεία χωρίς γραπτά σχέδια έφεραν ανάγλυφες μορφές διακόσμησης: πιο συνηθισμένη ήταν η τεχνική διακόσμησης με νυχιές η οποία ξεκίνησε την Αρχαιότερη Νεολιθική και επιβίωσε για πολλούς αιώνες (έως και την αρχή της Νεότερης) δημιουργώντας μακρά παράδοση στη Θεόπετρα. Προοδευτικά, τα σχέδια και οι συνδυασμοί των νυχιών συνδυάστηκαν με σχέδια από τη χρήση εργαλείου ή εμπιέσεις των δακτύλων, εκφράζοντας έτσι νέες διακοσμητικές τάσεις. Κάποια αγγεία σερβιρίσματος και πόσεως κατασκευάζονταν με έντονη στίλβωση και ομοιογενή χρώματα (μαύρο ή κόκκινο). Ωστόσο, τα περισσότερα αγγεία ήταν λιγότερο έντονα στιλβωμένα και ελάχιστα ομοιογενή ως προς την απόχρωση. Αντίθετα, παρουσίαζαν εικόνα ποικιλοχρωμίας και πολυχρωμίας χάρη σε διάφορες τεχνικές επίχρισης και όπτησης που εφάρμοζαν οι κεραμείς: σε κάποιες περιπτώσεις δημιουργούνταν διαφορετικές αποχρώσεις ή χρωματισμοί κατά ζώνες ή περιοχές του αγγείου. Άλλοτε, χάρη σε διπλά επιχρίσματα, δημιουργούνταν στρώματα χρωμάτων, ενώ σε κάποια αγγεία επιδίωκαν τη χρωματική διαφορά ανάμεσα στην εξωτερική και την εσωτερική τους πλευρά.

Εν τέλει, παρότι δεν έφεραν γραπτά διακοσμητικά μοτίβα σχεδιασμένα με πινέλο, τα θεωρούμενα “ακόσμητα” αυτά αγγεία αποδεικνύονται ότι ήταν, κατά μία άλλη έννοια, “διακοσμημένα” μέσω τεχνικών διαχείρισης του είδους και της θέσης των επιχρισμάτων και στη συνέχεια της όπτησης. Η μελέτη τους στη Θεόπετρα ανέδειξε, δηλαδή, την πολυπλοκότητα, διακοσμητικότητα και πολυχρωμία που μπορεί να χαρακτηρίζουν την απλή οικοσκευή της Νεολιθικής και κάθε άλλο παρά δικαιολογούν τον όρο “μονόχρωμα” με τον οποίο συνήθως περιχαρακώνονται αυτές οι κατηγορίες αγγείων στην γενικότερη βιβλιογραφία έως τώρα. Επίσης, ανέδειξε τους συνδυασμούς των κατασκευαστικών τεχνικών και τις παραδόσεις που ενσωματώνουν, οι οποίες δεν μένουν σταθερές αλλά μετασχηματίζονται μέσα στις ιδιαίτερες συγκυρίες της κατασκευής κάθε αγγείου και της χρήσης του.

Η απόθεση όλων αυτών των θραυσμάτων μέσα στο σπήλαιο όταν είναι πλέον άχρηστα αντικείμενα φαίνεται να μην συνιστά τυχαία επιλογή αντί για την απόρριψή τους έξω από αυτό. Μάλλον είναι το αποτέλεσμα σκόπιμης πρακτικής που ίσως εμπεριέχει και τελετουργικότητα, ακόμα και εάν λειτουργεί υποσυνείδητα: η επί τόπου κατάχωση των καταλοίπων της κεραμικής μπορεί να υπογραμμίζει τη σημασία του χώρου του σπηλαίου ως τόπου προγονικού και τόπου μνήμης σε κάθε επόμενη γενιά που ζει στο σπήλαιο. Πρόκειται για μια ιδεολογία σύνδεσης με τον τόπο και το τοπίο, που είναι συνηθισμένη ανάμεσα στους πληθυσμούς της θεσσαλικής πεδιάδας: εκδηλώνεται εμφατικά μέσα από την δημιουργία οικισμών-γηλόφων οι οποίοι σχηματίζονται από τη συνεχή κατοίκηση που συσσωρεύεται πάνω στα κατάλοιπα των παλαιότερων. Η κεραμική καταλήγει όταν αχρηστεύεται να είναι το κύριο υλικό με το οποίο “οικοδομείται” αυτή η συνέχεια. Μέσα στο σπήλαιο ένας τέτοιος “γήλοφος” από τις επάλληλες καταχώσεις συμβολίζει τη συνέχεια και την μακραίωνη ιστορία της κοινότητας του σπηλαίου στον ίδιο χώρο.


Ανασκαφή της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας (1987-2008, Ν. Κυπαρίσση-Αποστολίκα).

2011
Theoretical Archaeology Group 2011, University of Berkeley, CA, USA, 6-8 Μαΐου 2011: Archaeology of and in the Contemporary World. Συνεδρία F: Memory, Performance and Identity in Archaeological Explorations of Space and Materiality (Organizer: Deborah Trein, University of Texas at Austin).
Θέμα: S. Katsarou, The Neolithic past on an imaginary stage.
υπό
έκδοση

2011, υπό έκδοση

S. Katsarou, The Potter and the User in Theopetra. The two main ‘actors’ of the Neolithic scene of the Cave in a discourse on the monochrome wares. Στο: N. Kyparissi-Apostolika (επιμ.), The Neolithic Theopetra. Philadelphia. Institute for the Aegean Prehistory.

2000

Σ. Κατσαρού, Η μονόχρωμη κεραμεική της Νεολιθικής ως προϊόν μιας διαδικασίας επιλογής. Η περίπτωση του σπηλαίου της Θεόπετρας. Στο: N. Kυπαρίσση-Αποστολίκα (επιμ.), Σπήλαιο Θεόπετρας. Δώδεκα Χρόνια Ανασκαφών και Έρευνας. Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου (Τρίκαλα, 6-7 Νοεμβρίου 1998), σσ. 235-261. Αθήνα.