H μονόχρωμη κεραμική της Νεολιθικής από το σπήλαιο της Θεόπετρας στη Θεσσαλία

Τι γυρεύουν τα μαγειρικά σκεύη μέσα στο σπήλαιο; Πώς «χτίζονται» και πώς παίρνουν την τελική τους μορφή τα μονόχρωμα αγγεία; Ποια διαφορά έχουν στη χρήση τα διακοσμημένα από τα αδιακόσμητα δοχεία, εάν πράγματι υφίσταται τέτοια διαφορά; Η μονόχρωμη κεραμική δηλώνει με κάποιο τρόπο εάν είναι μόνιμη, περιοδική ή τυχαία η χρήση του σπηλαίου από τον Νεολιθικό άνθρωπο; Πώς αλλάζει η σχέση ανθρώπου και Νεολιθικού αγγείου κατά τις φάσεις χρήσης του σπηλαίου;

Να μερικά ενδιαφέροντα ερωτήματα, ανάμεσα σε πολλά άλλα, που προκαλεί η μελέτη της μονόχρωμης Νεολιθικής κεραμικής της Θεόπετρας, ενός σπηλαίου που βρίσκεται μέσα σε εντυπωσιακό ασβεστολιθικό βράχο ο οποίος εποπτεύει την δυτική θεσσαλική πεδιάδα.

Το σπήλαιο της Θεόπετρας χρησιμοποιήθηκε από το τέλος της 7ης χιλιετίας π.Χ., αλλά η ένταση και πυκνότητα της χρήσης της κορυφώνονται στη Μέση Νεολιθική και προς τα τέλη της 6ης χιλιετίας π.Χ. Η θέση του σπηλαίου δίπλα στο ποτάμι και μέσα στον θεσσαλικό κάμπο, αλλά και η ανεμπόδιστη θέα προς τα βουνά της Πίνδου του προσδίδουν εξαιρετικά φυσικά πλεονεκτήματα. Η πληθώρα των αγγείων και η μεγάλη ποικιλία τους ως προς τα σχήματα και τα μεγέθη (κύπελλα, φιάλες, στενόλαιμα αγγεία, μικρά και μεγάλα πιθάρια και μαγειρικά σκεύη), δείχνουν ότι στην κορύφωση της χρήσης της, η Θεόπετρα εξυπηρέτησε οικιακές χρήσεις όπως η κατοίκηση, η αποθήκευση και το στάβλισμα οικόσιτων ζώων, πιθανώς σε σχέση με έναν υπαίθριο οικισμό που βρισκόταν σε κοντινή απόσταση εκτός του σπηλαίου.

Η παρατήρηση των λεπτομερειών των αγγείων δείχνει ότι οι νεολιθικοί αγγειοπλάστες διέθεταν ποικιλία επιλογών για το χτίσιμο κάθε αγγείου, οι οποίες μπορεί να εξειδικεύονται κατά τεχνίτη ή οικογένεια τεχνιτών. Εκτός της εμπειρίας και της δεξιοτεχνίας κάθε κεραμέα και των πρακτικών προϋποθέσεων που είναι απαραίτητες για την κατασκευή των αγγείων, οι κοινωνικές σχέσεις επηρεάζουν καθοριστικά τη διαμόρφωσή τους σε κάθε περίοδο. Τα αποτυπώματα των δακτύλων και νυχιών για παράδειγμα συσχετίζουν τους ανθρώπους με τη μνήμη της κατασκευής και την εμπλουτίζουν με πολύ προσωπικά χαρακτηριστικά. Η ιριδίζουσα απόχρωση επιτυγχάνεται σε κάποια δοχεία με τη βοήθεια προχωρημένων τεχνικών όπτησης.

Η αντίθεση του χρωματισμού της εξωτερικής με την εσωτερική επιφάνεια είναι μια τεχνική που διαρκεί αιώνες παρότι εμφανίζεται με παραλλαγές από γενιά σε γενιά. Αυτά είναι μερικά μόνο παραδείγματα που δείχνουν πως ακόμα και τα πιο απλά και ακόσμητα κεραμικά δοχεία δεν είναι στην πραγματικότητα μονόχρωμα, αλλά πολύχρωμα. Ενσωματώνουν παραδόσεις οι οποίες δεν μένουν σταθερές αλλά μετασχηματίζονται μέσα στις ιδιαίτερες συγκυρίες της κατασκευής και της χρήσης τους. Η απόθεσή τους στο σπήλαιο όταν είναι πλέον άχρηστα αντικείμενα, αντί για την απόρριψή τους εκτός αυτού, φέρει ενδείξεις σκοπιμότητας: ενδυναμώνει τη μακραίωνη μνήμη για το χώρο και για τους προγόνους σε κάθε επόμενη γενιά. Η κεραμική καταλήγει να είναι το υλικό πάνω στο οποίο οικοδομείται η ιστορία της κοινότητας του σπηλαίου.

Πλαίσιο

Έρευνα της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας (1987-2008) υπό τη διεύθυνση της Δρ. Ν. Κυπαρίσση-Αποστολίκα.

Διαβάστε περισσότερα

2011

Theoretical Archaeology Group 2011, University of Berkeley, CA, USA, 6-8 Μαΐου 2011: Archaeology of and in the Contemporary World. Συνεδρία F: Memory, Performance and Identity in Archaeological Explorations of Space and Materiality (Organizer: Deborah Trein, University of Texas at Austin).

Θέμα: S. Katsarou, The Neolithic past on an imaginary stage.

υπό
έκδοση

2011, υπό έκδοση

S. Katsarou, The Potter and the User in Theopetra. The two main ‘actors’ of the Neolithic scene of the Cave in a discourse on the monochrome wares. Στο: N. Kyparissi-Apostolika (επιμ.), The Neolithic Theopetra. Philadelphia. Institute for the Aegean Prehistory.

2000

Σ. Κατσαρού, Η μονόχρωμη κεραμεική της Νεολιθικής ως προϊόν μιας διαδικασίας επιλογής. Η περίπτωση του σπηλαίου της Θεόπετρας. Στο: N. Kυπαρίσση-Αποστολίκα (επιμ.), Σπήλαιο Θεόπετρας. Δώδεκα Χρόνια Ανασκαφών και Έρευνας. Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου (Τρίκαλα, 6-7 Νοεμβρίου 1998), σσ. 235-261. Αθήνα.